❝κουτσουπιά & Ιούδας❞ ~
-
[ΕΤΥΜ. < κουτσούπι «κομμάτι κορμού δέντρου», που συνδ. με το μεσν.
κουζοῦπες «κομμάτια κορμού δέντρου, κλαδιά» (πληθ.), το οποίο μάλλον
ανάγεται στο αραβ. ...
Πριν από 10 ώρες

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου